Στην Κυψέλη
Μελισσοκόμος επί τω έργω
Name: BeeHappy
Location: ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ, GR

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2009

15 Ιουλίου 2009 (Αρχικός τίτλος Μνήμη-Έρωτας-Θάνατος)



Ένα χαρακτηριστικό των μελισσών που δεν είναι γνωστό στους περισσότερους, είναι η μνήμη τους. Θυμούνται με ακρίβεια εκατοστών τόσο τη κυψέλη τους, όσο και τις περιοχές συλλογής νέκταρος ή γύρης. Στο εκπληκτικό βιβλίο του Karl fon Frisch «Από τη ζωή των μελισσών» που συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όποιον θέλει να ασχοληθεί με τη μελισσοκομία, περιγράφονται πειράματα όπου αποτυπώνεται η εκπληκτική ικανότητα απομνημόνευσης της μέλισσας.
Η μέλισσα χωρίς μνήμη είναι νεκρή. «Νεκρός» είναι και ο άνθρωπος που δεν έχει μνήμες ή τις έχει χάσει.
Αν δεν είχαμε μνήμη, δε θα ήμασταν δυστυχείς. Ούτε ευτυχείς. Ούτε προοδευτικοί. Ούτε συντηρητικοί. Αυτό που λέμε «συνείδηση» δεν είναι παρά μια αποθήκη μνήμης, όπου στοιβάζονται ανάκατα όλοι οι πεθαμένοι χρόνοι, όλες οι βιωμένες στιγμές. Η μνήμη είναι ο χρόνος που ήδη βιώθηκε. Και δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να ξαναμπούμε στον ήδη βιωμένο χρόνο και να ξαναζήσουμε την περασμένη ζωή μας. Ότι πέρασε, είναι για τα καλά περασμένο δηλαδή νεκρό. Ο θάνατος βρίσκεται πίσω μας με τη μορφή μνήμης. Αν το παρελθόν είναι γεμάτο από μνήμη, το μέλλον είναι κατά κύριο λόγο πλήρες φαντασίας.
Όμως, για να φανταστούμε το μέλλον πρέπει να επικαλεστούμε τη βοήθεια της μνήμης. Δεν μπορούμε να σχηματίσουμε εικόνες για κάτι που δεν ξέρουμε, χωρίς τη δομική πρώτη ύλη εικόνων που ήδη ξέρουμε. Η μνήμη είναι τόσο χρήσιμη στη φαντασία όσο κι ο Διάβολος στον Θεό. Όπως ο Θεός καθίσταται περιττός χωρίς την άρνησή του (τον Διάβολο), έτσι και η φαντασία δε θα υπήρχε χωρίς την άρνησή της (τη μνήμη). Όλοι οι πεθαμένοι βρίσκονται πίσω μας, στο χώρο της μνήμης. Όμως, ο προσωπικός μας θάνατος βρίσκεται μπροστά μας, στο χώρο της φαντασίας.. Και αφού φαντασία χωρίς μνήμη δεν μπορεί να υπάρξει, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε διά της θανατερής μνήμης κάτι που δεν πρόκειται να το δούμε: το περίφημο «μετά θάνατον» που ταλαιπωρεί τον άνθρωπο από τότε που απόκτησε τόση μνήμη όση χρειάζεται για να θυμάται τους πεθαμένους, δεν είναι παρά η μνήμη. Όλοι οι πεθαμένοι είναι θαμμένοι στη μνήμη.


Με την κυρίως ειπείν ζωή (το τώρα) ασχολούνται οι φίλοι μας, οι παπάδες. Πράγματι, δουλειά του κάθε παπά, της κάθε θρησκείας είναι να βοηθάει τους ανθρώπους να μην πεθαίνουν από απελπισία, εξαιτίας της βεβαιότητας του θανάτου. Ο καλός παπάς είναι ένας πολύ πρακτικός άνθρωπος σε όλα του. Πουλώντας ελπίδα με το αζημίωτο κερδίζει με το σπαθί του την αγάπη του ποιμνίου του. Που δε θα ήταν ποίμνιο αν το κάθε πρόβατο μπορούσε να βοσκήσει μόνο του και να πεθάνει αβοήθητο και απελπισμένο, όπως ταιριάζει σε ποιητές. Γι’ αυτό είναι αντιφατικό να είσαι και παπάς και ποιητής.


Υπάρχει στη ζωή, ένα κρίσιμο κομβικό σημείο όπου ενώνονται η τρέλα και η σοφία, η γνώση και η αμάθεια, η πραγματικότητα και το όνειρο, το ένστικτο και ο νους, ο εγωισμός και ο αλτρουισμός, το κοινωνικό και το ατομικό, το χυδαίο και το μεγαλειώδες, το ιερό και το βέβηλο, η αγάπη και το μίσος, το καταστροφικό και το δημιουργικό. Εν ολίγοις, υπάρχει στη ζωή, ένα κρίσιμο κομβικό σημείο όπου η αρνητικότητα και η θετικότητα χάνουν το νόημά τους, έτσι που μπλέκονται αξεδιάλυτα σε μια διαλεκτική ενότητα στην οποία η άρνηση δεν ακολουθεί την κατάφαση (ή το αντίθετο). Αυτό το κρίσιμο κομβικό σημείο, όπου ο Θεός, σύμβολο των «δυνάμεων του καλού», και ο Διάβολος, σύμβολο των «δυνάμεων του κακού», συνεχίζουν να συμπλέκονται χωρίς να διαφαίνεται προς το παρόν το αποτέλεσμα της έκβασης του αγώνα, θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε έρωτα, με μιαν έννοια πάρα πολύ ευρεία. Ο έρωτας όταν δεν είναι μια πολύ πεζή κατάσταση, είναι μια κατάσταση τυπικά ποιητική. Κι όταν λέμε «έρωτας» πρέπει να ξεχωρίζουμε το σκοπιμοθηρικό, μπακάλικο έρωτα απ’ τον «τρελό έρωτα» (τον έως θανάτου έρωτα), που είναι κάτι άλλο ή μάλλον «το κάτι άλλο». Αυτός ο έρωτας δεν είναι για το ποίμνιο, είναι για τους αγγέλους. Και οι άγγελοι δεν είναι του κόσμου τούτου. Είναι του πριν και του μετά κόσμου. Δε θα υπήρχε «τρελός έρωτας», αν αυτός δεν έκανε τρέλες. Και η αυτοκτονία από έρωτα είναι μια όμορφη τρέλα, τόσο όμορφη που ποτέ κανένας παπάς & θα κατανοήσει τη μεταφυσική (ποιητική) σημασία της.

Λοιπόν, ο έρωτας είτε είναι τρελός είτε δεν είναι έρωτας. (Το είπε ο Μπρετόν). Οι συμβιβαστικές λύσεις δεν ταιριάζουν στο μανιχαϊστικό ιουδαϊκό ηθικό κώδικα και την εβραϊκή συμπεριφορά. Ο έρωτας πριν απ’ το καθετί είναι ένα φυσικό γεγονός, σαν τον κεραυνό (κάνουμε λόγο, άλλωστε, για «κεραυνοβόλο έρωτα» σαν τη φωτιά (κάνουμε λόγο, άλλωστε, για «καυτόν έρωτα»), σαν το σεισμό (κάνουμε λόγο, άλλωστε, για «ερωτική ταραχή») και ως τέτοιο βρίσκεται πέραν της ηθικής, δηλαδή «πέραν του καλού και του κακού», όπως θα έλεγε ο Νίτσε. Τον έρωτα τον ηθικοποιούν μόνον οι ανέραστοι και όσοι στέκονται πρόσκαιρα στο περιθώριό του. Οι ερωτευμένοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα απ’ την «ηθική διάσταση του έρωτα», με την ίδια έννοια που η βροχή δεν «καταλαβαίνει» τίποτα για το καλό ή τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει. Οι ερωτευμένοι ζουν τον έρωτά τους μ’ έναν τρόπο φυτικό, όπως τα λουλούδια. Οι μη ερωτευμένοι σχολιάζουν τον έρωτα των ερωτευμένων ως ανοήτως κρίνοντες θεατές.
Μια «φάτα μοργκάνα» είναι ο «πραγματικός» έρωτας
Το ονειρικό, το φανταστικό και το πραγματικό, στην αξεδιάλυτη ενότητά τους, αποτελούν την «πραγματικότητα» του έρωτα, που, όντας πάνω απ’ την πραγματικότητα, δεν παύει για το λόγο αυτό να είναι μια πραγματικότητα οδυνηρά παρούσα σε κάθε ερωτευμένο.
Ο ερωτευμένος ζει το μύθο του έρωτά του με πληρότητα τέτοια που καμιά πραγματικότητα δεν θα ήταν δυνατόν να του προσφέρει. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο έρωτας είτε είναι τρελός είτε δεν είναι έρωτας. Ο έρωτας, λοιπόν, είναι μια τρέλα που όλοι τη θέλουν και λίγοι την πετυχαίνουν. Και πώς να την πετύχουν παραμένοντας εγκλωβισμένοι στην έμμονη ιδέα του ισοσκελισμένου ισολογισμού;


Ο έρωτας δεν είναι συναλλαγή, είναι σπατάλη ζωής.

Το κείμενο αυτό είναι στην ουσία η συνέχεια και το τέλος της προηγούμενης ανάρτησης.
-----------------------------------------------------------------


Υπάρχουν ημέρες στη ζωή κάθε ανθρώπου που είναι ιδιαίτερες, που μένουν για πάντα χαραγμένες βαθειά στη ψυχή του. Η 15η Ιουλίου ήταν η μέρα που ο άνθρωπος που μου έδωσε φως αποφάσισε πλέον να ζει στο όνειρό του. Έφυγε όταν πια ένοιωσε τη γαλήνη μέσα της.
Δεν ήμουν άξιος γιος. Έφυγαν και οι δύο γονείς μου άρρωστοι από την εγκατάλειψη που τους πρόσφερα. Ότι έκανα στο τέλος πια ήταν για να γεμίσω τα δικά μου αδιέξοδα.
Οι σημερινές λέξεις είναι αφιερωμένες σε κείνη, με την ευχή μέσα στο όνειρό της να βρει τη ευτυχία του απόλυτου έρωτα που πάντα ποθούσε και την ασφάλεια που δεν τους πρόσφερα.